navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετεωρογράφος

μετεωρογράφος

ο, ουσ.

  1. (μετεωρ.) ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μέτρηση και την καταγραφή των μετεωρολογικών φαινομένων
  2. (τεχνολ.) όργανο μέτρησης μετεωρολογικών στοιχείων, θερμοκρασίας, πίεσης αέρα, ταχύτητας μετατόπισης κ.λπ.

Ετυμολογία

< αγγλ. meteorography < ουδ. του επιθ. μετέωρος.

Παράγωγα

μετεωρογραφία, μετεωρογραφικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετεωρογράφος», σσ. 519-520. https://navalhistory.gr/lexiko/μετεωρογραφοσ/