μετεωρογράφος
ο, ουσ.
- (μετεωρ.) ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μέτρηση και την καταγραφή των μετεωρολογικών φαινομένων
- (τεχνολ.) όργανο μέτρησης μετεωρολογικών στοιχείων, θερμοκρασίας, πίεσης αέρα, ταχύτητας μετατόπισης κ.λπ.
Ετυμολογία
< αγγλ. meteorography < ουδ. του επιθ. μετέωρος.
Παράγωγα
μετεωρογραφία, μετεωρογραφικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετεωρογράφος», σσ. 519-520. https://navalhistory.gr/lexiko/μετεωρογραφοσ/