μικρόφωνο
το, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή που μετατρέπει τα ηχητικά κύματα σε ηλεκτρικές ταλαντώσεις και αποτελεί αναπόσπαστο εξάρτημα των συστημάτων εγγραφής και αναπαραγωγής ήχου, (φρ.) «δυναμικό / πυκνωτικό μικρόφωνο», «μικρόφωνο άνθρακα / κρυσταλλικό / μαγνητικό / ασύρματο / τηλεφώνου».
Ετυμολογία
< γαλλ. microphone < micro- [= μικρό] + phone [αρχ. φωνή].
Παράγωγα
μικροφωνικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μικρόφωνο», σ. 527. https://navalhistory.gr/lexiko/μικροφωνο/