μηχανολογία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(τεχνολ.) επιστημονικός και επαγγελματικός κλάδος που ασχολείται κυρίως με τη μελέτη, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία των μηχανών, επίσης με τη συντήρηση των μηχανών, με την παραγωγή, τη μετάδοση και χρήση της μηχανικής ισχύος και θερμότητας.
Ετυμολογία
< μηχαν(ή) -ο- + -λογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανολογία», σ. 525. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανολογια/