μετάδοση
η, ουσ.
- το να μεταδίδει κάποιος σε άλλον κάτι από την προσωπική του πείρα ή περιουσία
- γνωστοποίηση, ανακοίνωση
- η μόλυνση ατόμου από νόσημα το οποίο έχει προσβάλλει άλλο άτομο
- (εκκλ.) η μετάληψη τών αχράντων μυστηρίων
- (τεχνολ.) η μεταβίβαση του κινητήριου έργου από ένα όργανο σε άλλο ή από μια μηχανή σε άλλη
- (πληροφ.) η μεταβίβαση δεδομένων.
Ετυμολογία
< μτγν. μετάδο(σις) - ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετάδοση», σ. 517. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταδοση/