μεγάφωνο
το, ουσ.
(τεχνολ.) ηλεκτροακουστική ή μηχανική συσκευή αναπαραγωγής ήχου.
Ετυμολογία
< γαλλ. mégaphone < méga- [= μέγα]- + -phone [= -φωνή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεγάφωνο», σ. 508. https://navalhistory.gr/lexiko/μεγαφωνο/