navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μάγγανο και μάγκανο

μάγγανο

Και: μάγκανο

το, και μάγκανος, ο, και μαγκάνη, η, μαγκάνι, το, ουσ.

  1. (εργαλ.) χειροκίνητο μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την άντληση νερού, συνών. μαγκάνι
  2. ειδικό εργαλείο για την περιτύλιξη του νήματος, συνών. ροδάνι, ανεμίδι, ανεμοδούρα
  3. [παρωχημένο] α) είδος βαρούλκου και β) τύπος γερανού
  4. (ιστορ.) τύπος πολιορκητικής μηχανής που εκσφενδόνιζε πέτρες και βέλη, καταπέλτης
  5. (τεχνολ.) συμπιεστικό μηχάνημα ελαιοτριβείου, οινοποιείου, αλλά και πιεστήριο σε μονάδα επεξεργασίας υφασμάτων, και σε πολλούς άλλους βιοτεχνικούς και βιομηχανικούς χώρους.

Ετυμολογία

< αρχ. μάγγανον.

Παράγωγα

μαγκανωσιά [= ξύλινη βάση για τη στερέωση του μάγκανου].

Σύνθετα

μαγγανοπήγαδο και με [-γκ-].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάγγανο και μάγκανο», σ. 493. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγγανο-και-μαγκανο/