μάγγανο
Και: μάγκανο
το, και μάγκανος, ο, και μαγκάνη, η, μαγκάνι, το, ουσ.
- (εργαλ.) χειροκίνητο μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την άντληση νερού, συνών. μαγκάνι
- ειδικό εργαλείο για την περιτύλιξη του νήματος, συνών. ροδάνι, ανεμίδι, ανεμοδούρα
- [παρωχημένο] α) είδος βαρούλκου και β) τύπος γερανού
- (ιστορ.) τύπος πολιορκητικής μηχανής που εκσφενδόνιζε πέτρες και βέλη, καταπέλτης
- (τεχνολ.) συμπιεστικό μηχάνημα ελαιοτριβείου, οινοποιείου, αλλά και πιεστήριο σε μονάδα επεξεργασίας υφασμάτων, και σε πολλούς άλλους βιοτεχνικούς και βιομηχανικούς χώρους.
Ετυμολογία
< αρχ. μάγγανον.
Παράγωγα
μαγκανωσιά [= ξύλινη βάση για τη στερέωση του μάγκανου].
Σύνθετα
μαγγανοπήγαδο και με [-γκ-].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάγγανο και μάγκανο», σ. 493. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγγανο-και-μαγκανο/