navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαγιό

μαγιό

το, άκλ. ουσ.

(ενδυμ.) ειδικό ρούχο για τη θάλασσα που καλύπτει κυρίως την περιοχή των γεννητικών οργάνων και του γυναικείου στήθους.

Ετυμολογία

< γαλλ. maillot [= φασκιές] < (ίσως) maille [= δίχτυ, δαντελένια ζώνη] < λατιν. macula [= δίχτυ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγιό», σ. 494. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγιο/