λινό
το, ουσ.
(ενδυμ.) είδος ελαφριού υφάσματος από λινάρι.
Ετυμολογία
< αρχ. λίνον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λινό», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λινο/
Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λινό
το, ουσ.
(ενδυμ.) είδος ελαφριού υφάσματος από λινάρι.
< αρχ. λίνον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λινό», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λινο/