λυχνία
η, ουσ.
(τεχνολ.) α) συσκευή που παράγει φως, συνών. γλόμπος, λάμπα, λαμπτήρας, λυχνάρι, λύχνος, λυχνοστάτης, καντήλα, καντηλέρι, λουσέρνα [= λάμπα πετρελαίου], β) συσκευή από γυάλινο περίβλημα εντός της οποίας επιτυγχάνεται ελεγχόμενη ροή ηλεκτρονίων, (φρ.) «ηλεκτρική / ενδεικτική / ανορθωτική / προστατευτική / θερμιονική / πυρακτώσεως / ηλεκτρονική / αλλαγής συχνότητας / ασυρμάτου / ασφαλείας / εκπομπής / ελέγχου / λήψεως / συντονιστική».
Ετυμολογία
< αρχ. λυχνία < λύχνος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λυχνία», σ. 492. https://navalhistory.gr/lexiko/λυχνια/