μαγνητόμετρο
το, ουσ.
(τεχνολ.)
- συσκευή μέτρησης στοιχείων του γήινου μαγνητισμού, αλλά και
- όργανο ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων που τοποθετείται, συνήθως, στις πύλες εισόδου της χώρας, αεροδρόμια, λιμάνια, τελωνεία, για αντιτρομοκρατικούς λόγους.
Ετυμολογία
< μαγνήτ(ης) [δες λ. ετυμ.] -ο- + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνητόμετρο», σ. 495. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγνητομετρο/