λιμνογράφος
ο, ουσ.
(τεχνολ.) όργανο με το οποίο καταγράφονται οι εκάστοτε μεταβολές της στάθμης του νερού της λίμνης.
Ετυμολογία
< λίμν(η) -ο- + -γράφος < γράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμνογράφος», σ. 484. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμνογραφοσ/