λύση
η, ουσ.
- λύσιμο, απελευθέρωση κάποιου πράγματος από τα δεσμά του
- αποσυναρμολόγηση, διάλυση
- το ξεπέρασμα των δυσκολιών, 4, επίλυση, διακανονισμός, διευθέτηση υποθέσεως, 5. εύρεση της απάντησης κάποιου προβλήματος, αινίγματος κ.λπ. 6. (μτφ.) ακύρωση μιας συνθήκης, μιας συμφωνίας κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. λύ(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λύση», σ. 492. https://navalhistory.gr/lexiko/λυση/