λάμπα
η, ουσ.

(τεχνολ.) συσκευή που παράγει φως έχοντας ως βάση το πετρέλαιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, το γκάζι, συνών. ηλεκτρικός λαμπτήρας, λυχνία, φωτιστικό, (φρ.) «λάμπα πετρελαίου / ιωδίου / φθορίου / υδραργύρου / αλογόνου / πυρακτώσεως / βιδωτή / μπαγιονέτ / οικονομίας / θυέλλης / vintage / led».
Ετυμολογία
(αντιδάνειο)
ή < γαλλ. lampe, ή
ή < ιταλ. lampa < λατιν. lampas [= φανάρι, δάδα] < αρχ. λαμπάς [= πυρσός, φως].
Παράγωγα
λαμπάζω, λάμπασμα [= θόλωμα του μυαλού].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάμπα», σ. 474. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμπα/