λήψη
η, ουσ.
- παραλαβή κάποιου αντικειμένου, συνών. πάρσιμο, αντών. δόσιμο
- (τέχν.) η αποτύπωση της εικόνας επάνω στη φωτοευαίσθητη επιφάνεια του φιλμ
- (τεχνολ.) η συγκέντρωση στον δέκτη τηλεπικοινωνιακών - ραδιοφωνικών - ηχητικών κυμάτων που εκπέμπονται από έναν πομπό.
Ετυμολογία
< αρχ. λῆψις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λήψη», σ. 481. https://navalhistory.gr/lexiko/ληψη/