λογάριθμος
ο, ουσ.
(μαθημ.) ο εκθέτης της δυνάμεως στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας δεδομένος αριθμός, που λέγεται βάση, για να γίνει η δύναμη αυτή ίση προς δοθέντα αριθμό, π.χ. αν x = by τότε το y είναι ο λογάριθμος του x με βάση το b.
Ετυμολογία
< νεολατιν. logarithmus < αρχ. λόγ(ος) [= σχέση, αναφορά] + αριθμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λογάριθμος», σσ. 487-488. https://navalhistory.gr/lexiko/λογαριθμοσ/