navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μέγιστος

μέγιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι πάρα πολύ μεγάλος
  2. (μαθημ.) α) Μέγιστος Κοινός Διαιρέτης, ο μεγαλύτερος από τους κοινούς διαιρέτες δύο ή περισσότερων φυσικών αριθμών, β) (ως ουσ.) το μέγιστο, η μεγαλύτερη δυνατή τιμή που μπορεί να πάρει μια μεταβλητή ποσότητα
  3. (φρ.) «μέγιστος κύκλος / νομέας», «μέγιστη αλλά και μεγίστη απόκλιση συχνότητας / διάμετρος κύκλου», «μέγιστο βύθισμα / μήκος / πλάτος / ύψος / φορτίο».

Ετυμολογία

< αρχ. μέγιστος, υπερθετικός βαθμός του μέγας

Επιρρήματα

μέγιστα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέγιστος», σ. 509. https://navalhistory.gr/lexiko/μεγιστοσ/