μέγιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι πάρα πολύ μεγάλος
- (μαθημ.) α) Μέγιστος Κοινός Διαιρέτης, ο μεγαλύτερος από τους κοινούς διαιρέτες δύο ή περισσότερων φυσικών αριθμών, β) (ως ουσ.) το μέγιστο, η μεγαλύτερη δυνατή τιμή που μπορεί να πάρει μια μεταβλητή ποσότητα
- (φρ.) «μέγιστος κύκλος / νομέας», «μέγιστη αλλά και μεγίστη απόκλιση συχνότητας / διάμετρος κύκλου», «μέγιστο βύθισμα / μήκος / πλάτος / ύψος / φορτίο».
Ετυμολογία
< αρχ. μέγιστος, υπερθετικός βαθμός του μέγας
Επιρρήματα
μέγιστα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέγιστος», σ. 509. https://navalhistory.gr/lexiko/μεγιστοσ/