λογαριθμικός
-ή, -ό, επίθ.
(μαθημ.) αυτός που αναφέρεται στους λογαρίθμους, (φρ.) «λογαριθμικοί πίνακες», «λογαριθμικό διάγραμμα», «λογαριθμική συνάρτηση / εξίσωση», «λογαριθμικός κανόνας».
Ετυμολογία
< γαλλ. logarithmique< logarithm(e) [= λογάριθμ(ος)] + -ique [= -ικός].
Επιρρήματα
λογαριθμικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λογαριθμικός», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λογαριθμικοσ/