μετρώ
ρ. [μετβ.]
- (μαθημ.) διατυπώνω προφορικά και με σειρά τους αριθμούς, κάνω αρίθμηση, συνών. αριθμώ, απαριθμώ
- προσδιορίζω τις διαστάσεις κάποιου αντικειμένου
- λογαριάζω, υπολογίζω
- (για χρήματα) καταβάλλω
- (μτφ.) κοιτάζω ερευνητικά
- με κατάλληλο εργαλείο διαπιστώνω την ποσότητα κάποιων πραγμάτων ή το μέγεθός τους ή το βάρος τους ή τις διαστάσεις τους πάντοτε με αξιοποιώντας τη βασική μονάδα μέτρησης
- [αμετβ.] α) λογαριάζομαι, υπολογίζομαι, β) [μέσο] μετριέμαι και μετρούμαι, (λογοτ.) «Η μεγαλοσύνη στα Έθνη δε μετριέται με το στρέμμα, / με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα», Κωστής Παλαμάς, γ) συγκρίνομαι, συναγωνίζομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. μετράω / -ῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετρώ», σσ. 521-522. https://navalhistory.gr/lexiko/μετρω/