navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετρώ

μετρώ

ρ. [μετβ.]

  1. (μαθημ.) διατυπώνω προφορικά και με σειρά τους αριθμούς, κάνω αρίθμηση, συνών. αριθμώ, απαριθμώ
  2. προσδιορίζω τις διαστάσεις κάποιου αντικειμένου
  3. λογαριάζω, υπολογίζω
  4. (για χρήματα) καταβάλλω
  5. (μτφ.) κοιτάζω ερευνητικά
  6. με κατάλληλο εργαλείο διαπιστώνω την ποσότητα κάποιων πραγμάτων ή το μέγεθός τους ή το βάρος τους ή τις διαστάσεις τους πάντοτε με αξιοποιώντας τη βασική μονάδα μέτρησης
  7. [αμετβ.] α) λογαριάζομαι, υπολογίζομαι, β) [μέσο] μετριέμαι και μετρούμαι, (λογοτ.) «Η μεγαλοσύνη στα Έθνη δε μετριέται με το στρέμμα, / με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα», Κωστής Παλαμάς, γ) συγκρίνομαι, συναγωνίζομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. μετράω / -ῶ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετρώ», σσ. 521-522. https://navalhistory.gr/lexiko/μετρω/