λογιστήριο
το, ουσ.
ειδικό επαγγελματικό γραφείο σε ιδιωτική επιχείρηση ή σε δημόσιο οργανισμό που ασχολείται με την τήρηση των φοροτεχνικών, οικονομικών και διαχειριστικών δεδομένων, (φρ.) «Γενικό Λογιστήριο του Κράτους», η ανώτατη λογιστική αρχή του κράτους.
Ετυμολογία
< αρχ. < λογίζομαι [= μετρώ, υπολογίζω] + -τήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λογιστήριο», σ. 488. https://navalhistory.gr/lexiko/λογιστηριο/