navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιψ

λιψ

ο, ουσ. [μόνο γεν. λιβός]

  1. (μετεωρ.) ο λίβας ή γαρμπής ή νοτιοδυτικός ούριος άνεμος αγαπητός από τους ναυτικούς γιατί το ταξίδι ειδικά με το ιστιοφόρο γίνεται ευχάριστο
  2. η νοτιοδυτική κατεύθυνση.

Ετυμολογία

< λίψ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιψ», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λιψ/