navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λέιζερ

λέιζερ

το, άκλ. ουσ.

  1. (αθλητ.) α) «Laser Standard», τύπος ιστιοπλοϊκού σκάφους, με μήκος 4,2 μ. και πλάτος 1,4 μ., κινητή καρίνα, μ’ ένα πανί επιφάνειας 7,1 μ.2 μαΐστρα, και πλήρωμα δύο ατόμων, β) «Laser Radial», τύπος ιστιοπλοϊκού σκάφους, με μήκος 4,2 μ., πλάτος 1,4 μ., ένα πανί επιφάνειας 5,7 μ.2, κατάλληλο για έναν αθλητή
  2. (φυσ.) α) ειδική μορφή ορατής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, β) υπεριώδης ακτινοβολία, γ) μηχάνημα που παράγει τον τύπο αυτό των ακτινών.

Ετυμολογία

(αρκτικόλεξο) < αγγλ. laser < από τ' αρχικά των λ. light amplification by Stimulated Emission of Radiation [= ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λέιζερ», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λειζερ/