navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μέδουσα

μέδουσα

η, ουσ.

μέδουσα, εικόνα από το έντυπο
μέδουσα, εικόνα από το έντυπο
μέδουσα, εικόνα από το έντυπο
  1. (ιχθυολ.) υδρόβιο, ασπόνδυλο ζώο, που ανήκει στα κοιλεντερωτά, συνών. τσούχτρα, σαλούπα
  2. (μυθολ.) τέρας της μυθολογίας μας που διέθετε γυναικείο σώμα και στο κεφάλι της αντί για μαλλιά είχε φίδια, έτσι, που όταν την έβλεπε κάποιος από το φόβο του απολιθωνόταν3. (τέχν.) «Η Σχεδία της Μέδουσας» του Τεοντόρ Ζερικό (1791- 1824) πίνακας ζωγραφικής μεγάλων διαστάσεων (491x716 εκ.) στο Μουσείο του Λούβρου [φωτό].

Ετυμολογία

< αγγλ. medusa < *Μέδουσα < μτχ. ενεστώτα του αρχ. ρ. μέδω [= 1. κυβερνώ, 2. προστατεύω, φροντίζω, 3. μηχανεύομαι, επινοώ].

Συνώνυμα στο λεξικό

Από τον Τύπο

Πηγή έμπνευσης για τη σύνθεση του πίνακα «Η σχεδία της Μέδουσας» υπήρξε ένα πραγματικό γεγονός, ένα ναυάγιο που εξελίχθηκε το 1816 σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από τις ακτές της Μαυριτανίας και είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη της εποχής. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Μέδουσα, μία από τις τρεις Γοργόνες, κόρη του Φόρκη και της Κητούς. Τη θνητή Μέδουσα νίκησε ο Περσέας και αφού την αποκεφάλισε πρόσφερε το κεφάλι της στην Αθηνά, για να στολίσει μ’ αυτό την ασπίδα της.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μέδουσα», σσ. 508-509. https://navalhistory.gr/lexiko/μεδουσα/