νεφέλη
η, ουσ. [πληθ. τα νέφαλα, των νέφελων]
- (μετεωρ.) σύννεφο, υποκ. νεφέλιο [= συννεφάκι]
- (μτφ.) α) λύπη, β) θάνατος, γ) ύπνος, δ) φόνος, ε) πόλεμος
- δίχτυ παγίδευσης πουλιών
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Νεφέλη, α) η μητέρα του Φρίξου και της Έλλης, β) σύννεφο που είχε τη μορφή της Ήρας.
Ετυμολογία
< αρχ. νεφέλη.
Παράγωγα
νεφελώνω. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Νεφέλη, α) σύζυγος του Αθάμαντα, μητέρα του Φρίξου και της Έλλης. Όταν ο Αθάμας την εγκατέλειψε για χάρη της Ινώς, της κόρης του Κάδμου, η Νεφέλη, επέστρεψε στον Ουρανό και φρόντισε με τη βοήθεια της Ήρας να τιμωρήσει τους υπαίτιους της δυστυχίας της φέρνοντας ξηρασία και καταστροφή στο βασίλειο. β) Σύννεφο που με τη μορφή της θεάς Ήρας πλησίασε το βασιλιά των Λαπίθων, Ιξίωνα, για να διαπιστώσει και να φανερώσει στο Δία, εάν ήταν βάσιμες οι υπόνοιές του για το ερωτικό μένος του βασιλιά στο πρόσωπο της γυναίκας του.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεφέλη», σσ. 572-573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφελη/