λαμαρινάς
ο, ουσ.
(επάγγ.) τεχνίτης που ασχολείται με κατασκευές και επιδιορθώσεις αντικειμένων από λαμαρίνα.
Ετυμολογία
< λαμαρίν(α) -άς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαμαρινάς», σ. 474. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμαρινασ/