navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισημερία

ισημερία

η, ουσ.

(αστρον.) καθεμιά από τις δύο εκείνες ημέρες που επικρατεί σε όλη τη γη ίση διάρκεια ημέρας και νύχτας [21 (ή 22) Μαρτίου και 22 (ή 23) Σεπτεμβρίου (για δίσεκτα έτη)], (φρ.) «εαρινή / φθινοπωρινή ισημερία».

Ετυμολογία

< αρχ. ἰσημερία [ἴσος + ἡμέρα < ἦμαρ = ημέρα], το διεθνές αντίστοιχο όνομα, equinox, προέρχεται από το λατιν. aequus (ίσος) και nox (νύχτα).

Παράγωγα

ισημερινός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισημερία», σ. 371. https://navalhistory.gr/lexiko/ισημερια/