navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λέβητας

λέβητας

ο, ουσ.

λέβητας, εικόνα από το έντυπο

μεγάλο κλειστό μεταλλικό δοχείο, κυλινδρικού συνήθως σχήματος, εντός του οποίου υπάρχει νερό ή κάποιο άλλο υγρό, το οποίο θερμαίνεται και στη συνέχεια μετατρέπεται σε ατμό για να αποδώσει με τη σειρά του την προβλεπόμενη κινητήρια δύναμη ή, ίσως, για κάποιες άλλες χρήσεις, συνών. καζάνι, [αγγλ. boiler], (φρ.) «λέβητας συμπύκνωσης / επιτοίχιος / πετρελαίου / πέλλετ / αερίου / ξύλου / μαντεμένιος / ανοξείδωτος / υδρογόνου / ηλεκτρικός / αυτόματης τροφοδότησης / απλής – διπλής πρόσοψης / λέμβου / μαγειρείου / ταχείας κυκλοφορίας / τεχνιτής κυκλοφορίας / υψηλής πίεσης / βοηθητικός / κυλινδρικός / ναυτικός / οριζόντιος» και «λέβητας εσωτερικής εστίας [ή φλογαβλωτός] / εξωτερικής εστίας [υδραυλωτός] / φυσικής κυκλοφορίας / τεχνητής ή βεβιασμένης κυκλοφορίας».

Ετυμολογία

< αρχ. λέβης [= καζάνι] αιτ. -ητα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λέβητας», σ. 477. https://navalhistory.gr/lexiko/λεβητασ/