θώρακας
ο, ουσ.

- (ανατ.) το οστέινο μέρος του σώματος που περικλείει τα κύρια όργανα της κυκλοφορίας και της αναπνοής
- μετάλλινο ή δερμάτινο προστατευτικό περίβλημα για τον κορμό του πολεμιστή κατά το παρελθόν
- (στρατ.) μεταλλική επένδυση πολεμικού πλοίου για προστασία από βλήματα μεγάλης ισχύος
- καθετί που προστατεύει αποτελεσματικά κάτι.
Ετυμολογία
[για την 1η και 2η ερμ.] < αρχ. θώραξ, [για την 3η και 4η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. cuirasse.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θώρακας», σ. 361. https://navalhistory.gr/lexiko/θωρακασ/