ισχνός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που δεν έχει λίπος που είναι αδύνατος, συνών. λιπόσαρκος, άπαχος
- φτωχός, πενιχρός
- άγονος, άτονος, σιγανός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἰσχνός, -ή, -όν, [= αδύνατος, ξηρός, μαραμένος, αποστραγγισμένος] < ἴσχω [= συγκρατώ, εμποδίζω].
Παράγωγα
ίσχνανση, ισχνοφωνία, ισχνόφωνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισχνός», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ισχνοσ/