navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισχνός

ισχνός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει λίπος που είναι αδύνατος, συνών. λιπόσαρκος, άπαχος
  2. φτωχός, πενιχρός
  3. άγονος, άτονος, σιγανός.

Ετυμολογία

< αρχ. ἰσχνός, -ή, -όν, [= αδύνατος, ξηρός, μαραμένος, αποστραγγισμένος] < ἴσχω [= συγκρατώ, εμποδίζω].

Παράγωγα

ίσχνανση, ισχνοφωνία, ισχνόφωνος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισχνός», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ισχνοσ/