navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιόν

ιόν

το, ουσ.

(φυσ.) άτομο ή μόριο, θετικά ή αρνητικά, φορτισμένο.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) αγγλ. ion < αρχ. ἰόν, ουδ. μτχ. του εἶμι [ως μέλλ. του ἔρχομαι, θα πάω, θα έρθω, έρχομαι ή πηγαίνω].

Παράγωγα

ιοντικός, ιονισμός, ιονίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιόν», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ιον/