ινώδης
-ης, -ες, επίθ.
αυτός που αποτελείται από πολλές ίνες [δες λ.].
Ετυμολογία
< ίν(α) + - ώδης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ινώδης», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ινωδησ/