θαλαμοειδής
-ής, -ές, επίθ. [γεν. -ούς]
αυτός που έχει σχήμα θαλάμου.
Ετυμολογία
< θάλαμ(ος) -ο- + -ειδής < είδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλαμοειδής», σ. 345. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλαμοειδησ/