ηλίαση
η, ουσ.
(ιατρ.) κατάσταση που οφείλεται στην υπερβολική έκθεση του ατόμου στον ήλιο και χαρακτηρίζεται από ιλίγγους, εμετούς και σπασμούς, συνών. ηλιοπληξία.
Ετυμολογία
< μτγν. ἡλία(σις) [= έκθεση στον ήλιο] -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλίαση», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιαση/