navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ήλος

ήλος

ο, ουσ. [αρχαιοπρεπές]

  1. το καρφί, συνών. πρόκα, ποντίλα, καρφοβελόν-α/η
  2. (ιατρ.) α) ειδικό μεταλλικό καρφί που χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση καταγμάτων μακρών οστών, β) (φρ.) «ήλος υστερικός», οξύς πόνος σε κάποιο σημείο του σώματος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἧλος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλος», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλοσ/