ήλος
ο, ουσ. [αρχαιοπρεπές]
- το καρφί, συνών. πρόκα, ποντίλα, καρφοβελόν-α/η
- (ιατρ.) α) ειδικό μεταλλικό καρφί που χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση καταγμάτων μακρών οστών, β) (φρ.) «ήλος υστερικός», οξύς πόνος σε κάποιο σημείο του σώματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἧλος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλος», σ. 339. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλοσ/