ηλιο-
1. πρώτο συνθετικό, πολλών επιστημονικών όρων, που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό: α) προέρχεται από τον ήλιο, β) αναφέρεται στον ήλιο, γ) σχετίζεται με τον ήλιο, δ) μοιάζει ή καίει όπως ο ήλιος, π.χ.: ηλιοκεντρικός, ηλιολατρία, ηλιοσκόπιο, ηλιοστάτης, ηλιοτυπία, ηλιογράφος, ηλιοθεραπεία, ηλιοκαμένος, ηλιόλουστος, ηλιόλουτρο, ηλιόμορφος, ηλιοψημένος, ηλιοδρόμι, ηλιοβαλβίδα, ηλιοβολή, ηλιοβόλημα, ηλιόγερμα, ηλιογραφία, ηλιόδισκος, ηλιοθρεμμένος, ηλιοκεντρικός, ηλιόκρουστος, ηλιομετρία, ηλιομετρικός, ηλιόμετρο, ηλιόπληκτος, (η)λιοπύρι, ηλιόπυρος, ηλιόσκονη, ηλιοστάσιο, ηλιοστάτης, ηλιοστεφής, ηλιόσφαιρα, ηλιόφεγγο, ηλιόφως, ηλιοφώτισμα, ηλιοφώτιστος, ηλιόφωτο, ηλιοφωτόμετρο, ηλιόφωτος, ηλιοχάραξη, ηλιοχαρής, κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἥλιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιο-», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιο/