θετικός
-ή, -ό, επίθ.
- συγκεκριμένος, πραγματικός, βέβαιος, χειροπιαστός
- (για πρόσωπα) αυτός στον οποίο μπορεί να βασιστεί κανείς, σταθερός, αταλάντευτος, ρεαλιστής
- βαθμός υψηλότερος του μηδενός
- αυτός που επιβεβαιώνει κάτι ή που συμφωνεί με κάτι, αντών. αρνητικός
- (φυσ.) αυτός που έχει λιγότερα ηλεκτρόνια και, συνεπώς, ασκεί ελκτικές δυνάμεις πάνω σ’ αυτά, (φρ.) «θετικό φορτίο / ιόν / δυναμικό / ηλεκτρόδιο / ηλεκτρόνιο», «θετικός ηλεκτρισμός / πόλος / ακροδέκτης»,
- (φρ.) α) «θετικές επιστήμες», οι φυσικές, οι τεχνικές και οι μαθηματικές επιστήμες, σε αντιδιαστολή προς τις θεωρητικές επιστήμες του ανθρώπου, β) (ιατρ.) «θετικό αποτέλεσμα εξέτασης», το αποτέλεσμα ανάλυσης, διάγνωσης ή εξέτασης που φανερώνει την ύπαρξη του αναζητούμενου παράγοντα, γ) (νομ.) «θετικό δίκαιο», το δίκαιο που θεσπίζουν οι άνθρωποι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και σε αντιδιαστολή προς το «φυσικό δίκαιο» [= το οποίο είναι το αιώνιο και αναλλοίωτο Δίκαιο που βασίζεται στην ανθρώπινη φύση και στη λογική].
Ετυμολογία
< αρχ. θετικός, στους επιστημονικούς τομείς των ερμ. σημδ. από τη γαλλ. positif και την αγγλ. positive.
Επιρρήματα
θετικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θετικός», σ. 357. https://navalhistory.gr/lexiko/θετικοσ/