ζάλη
η, ουσ.
1.(ιατρ.) παροδική διαταραχή της ισορροπίας, συνών. α) ίλιγγος, ζαλάδα, σκοτοδίνη, ναυτία, ζαλούρα, αστάθεια, β) μπέρδεμα, 2. (κατ’ επέκτ.) πνευματική ή ψυχική σύγχυση, ταραχή.
Ετυμολογία
< αρχ. ζάλη [= φούσκωμα της θάλασσας, δηλ. τρικυμία, θαλασσοταραχή, θύελλα, καταιγίδα] < αγν. ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζάλη», σ. 324. https://navalhistory.gr/lexiko/ζαλη/