ηλιακός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ήλιο
- [το αρσ. και ουδ. ως ουσ.] ηλιακός – ηλιακό, χώρος εκτεθειμένος στον ήλιο
- (φρ.) «ηλιακός κύκλος / χρόνος / άνεμος / δακτύλιος / ενδείκτης / ενεργειακός σταθμός / θερμαντήρας νερού / μαγνητισμός / μέσος χρόνος / φούρνος», «ηλιακή έκλειψη / ημέρα / κηλίδα / παλίρροια / στήλη / ώρα / ακτινοβολία / ακίδες / δραστηριότητα / εγκατάσταση αφαλάτωσης νερού / ηλεκτρογεννήτρια / μπαταρία / κουζίνα / θερμότητα», «ηλιακό έτος / σύστημα / φως / ωρολόγιο / στέμμα / φάσμα / τηλεσκόπιο / χωριό».
Ετυμολογία
< μτγν. ἡλιακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιακός», σσ. 336-337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιακοσ/