έφεση
η, ουσ. [γεν. -ης και -έσεως]
- η ζωηρή επιθυμία για πνευματική καλλιέργεια και ανάπτυξη ιδιαίτερης δεξιότητας, συνών. κλίση
- (νομ.) ένδικο μέσο με το οποίο ζητείται επανεξέταση, από ανώτερο δικαστήριο, μιας υπόθεσης που εκδικάσθηκε από άλλο κατώτερο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔφε(σις) -ση, γεν. εως, [= 1. ρίξιμο ή εκσφενδόνιση προς, εκτόξευση, σε Πλάτ. 2. προσφυγή σε άλλο δικαστήριο, σε Δημ.] (< ἐφίημι).
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έφεση», σ. 321. https://navalhistory.gr/lexiko/εφεση/