εφεσιβάλλω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
(νομ.) προσβάλλω δικαστική απόφαση καταφεύγοντας σε ανώτερο δικαστήριο, ασκώ έφεση, συνών. εκκαλώ.
Ετυμολογία
< έφεσι(ς) + βάλλω μτφρδ. από τη γαλλ. interjeter appel.
Παράγωγα
εφεσίβλητος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφεσιβάλλω», σ. 321. https://navalhistory.gr/lexiko/εφεσιβαλλω/