εποπτεία
η, ουσ.
- επιτήρηση που ασκείται από ανώτερο ιεραρχικά διοικητικό όργανο, συνών. επίβλεψη, επιστασία, επόπτευση
- (νομ.) η αυτεπάγγελτη επίβλεψη δημοσίου οργανισμού, για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, από επιστημονική ομάδα θεσμικά κατοχυρωμένη
- το να μπορεί να γνωρίσει κάποιος ένα θέμα διεξοδικά
- (ψυχολ.) η ακριβής και έντονη παράσταση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐποπτεύω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποπτεία», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποπτεια/