navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εποπτεία

εποπτεία

η, ουσ.

  1. επιτήρηση που ασκείται από ανώτερο ιεραρχικά διοικητικό όργανο, συνών. επίβλεψη, επιστασία, επόπτευση
  2. (νομ.) η αυτεπάγγελτη επίβλεψη δημοσίου οργανισμού, για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, από επιστημονική ομάδα θεσμικά κατοχυρωμένη
  3. το να μπορεί να γνωρίσει κάποιος ένα θέμα διεξοδικά
  4. (ψυχολ.) η ακριβής και έντονη παράσταση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐποπτεύω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποπτεία», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποπτεια/