εφετείο
το, ουσ.
- (νομ.) δικαστήριο που δικάζει σε δεύτερο βαθμό πολιτικές και ποινικές υποθέσεις που έχουν πρωτόδικα εκδικασθεί
- το κτήριο που στεγάζει το παραπάνω δικαστήριο και τις διοικητικές του υπηρεσίες.
Ετυμολογία
< εφέτ(ης) + -είον, απόδ. από τη γαλλ. cour d΄appel.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφετείο», σ. 321. https://navalhistory.gr/lexiko/εφετειο/