επιμέλεια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η φροντίδα, η μέριμνα, το έμπρακτο ενδιαφέρον για κάτι
- (νομ.) ανάληψη της φροντίδας προσώπου που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον εαυτό του, αντών. αμέλεια
- η συνεχιζόμενη προσπάθεια, η εργατικότητα, ο ζήλος, η φιλοπονία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιμέλεια [= φροντίδα, καθήκον, ενασχόληση].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιμέλεια», σ. 292. https://navalhistory.gr/lexiko/επιμελεια/