ευταξία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- καλή τάξη, συνών. τακτικότητα, ρέγουλα
- κοινωνική ή στρατιωτική πειθαρχία
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Ευταξία, μία από τις Αρετές.
Ετυμολογία
< αρχ. < εὖ- + τακτος < τάσσω και τάττω [= βάζω σε τάξη].
Συνώνυμα στο λεξικό
Μυθολογια
Ευταξία, αρχαία ελληνική θεότητα. Μία από τις εννέα Αρετές. Προσωποποίηση της τάξης και της πειθαρχημένης ζωής. Μητέρα της η Ευδαιμονία κι αδελφές της η Ανδρεία, Η Επιστήμη, η Ελευθερία, η Εγκράτεια, η Πραότητα, η Καλοκαγαθία, η Σωφροσύνη και η Δικαιοσύνη (Πίνακας Κέβητος ΧΧ).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευταξία», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευταξια/