navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευταξία

ευταξία

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. καλή τάξη, συνών. τακτικότητα, ρέγουλα
  2. κοινωνική ή στρατιωτική πειθαρχία
  3. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Ευταξία, μία από τις Αρετές.

Ετυμολογία

< αρχ. < εὖ- + τακτος < τάσσω και τάττω [= βάζω σε τάξη].

Συνώνυμα στο λεξικό

Μυθολογια

Ευταξία, αρχαία ελληνική θεότητα. Μία από τις εννέα Αρετές. Προσωποποίηση της τάξης και της πειθαρχημένης ζωής. Μητέρα της η Ευδαιμονία κι αδελφές της η Ανδρεία, Η Επιστήμη, η Ελευθερία, η Εγκράτεια, η Πραότητα, η Καλοκαγαθία, η Σωφροσύνη και η Δικαιοσύνη (Πίνακας Κέβητος ΧΧ).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευταξία», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευταξια/