ευσταθής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που δεν μετακινείται εύκολα, που δεν μεταβάλλει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται
- (μτφ.) αυτός που δεν αλλάζει εύκολα ιδέες, στάση ζωής κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐσταθής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευσταθής», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευσταθησ/