εύρος,1
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (μετεωρ.) υγρός και ζεστός νοτιοανατολικός άνεμος, συνών. σιρόκος ή σορόκος
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] ο *Εύρος, ένας από τους θεούς των ανέμων.
Ετυμολογία
< αρχ. Εὖρος, ο, [= ανατολικός άνεμος], λατιν. Eurus < εὕω [= καψαλίζω, καίω ελαφρά].
Συνώνυμα στο λεξικό
Μυθολογια
Εύρος, φτερωτός θεός, προσωποποίηση του Νοτιοανατολικού ανέμου. Γιος του Τιτάνα Αστραίου και της θεάς Ηούς. Ορμητικός αλλά και βροχερός, ήταν αγαπητός από τους ανθρώπους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύρος,1», σ. 318. https://navalhistory.gr/lexiko/ευροσ-1/