εύτηκτος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που τήκεται εύκολα, που λιώνει εύκολα, συνών. ευδιάλυτος, τακερός, (φρ.) «εύτηκτος διακόπτης / ρευματολήπτης / ασφάλεια λέβητα», αντών. δύστηκτος.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔτηκτος < εὖ + τήκω [= λιώνω].
Παράγωγα
ευτηξία, ευτηκτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύτηκτος», σ. 319. https://navalhistory.gr/lexiko/ευτηκτοσ/