navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ημικύκλιο

ημικύκλιο

το, ουσ.

(μαθημ.) καθένα από τα δύο ίσα μέρη του κύκλου τα οποία χωρίζει η διάμετρος, μισός κύκλος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἡμικύκλιον < ἡμί [= μισός] + κύκλος.

Παράγωγα

ημικυκλικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ημικύκλιο», σ. 340. https://navalhistory.gr/lexiko/ημικυκλιο/