επαγωγή
η, ουσ.
- (ηλεκτρολ.) διέγερση ηλεκτρικής τάσης σε κύκλωμα με μεταβολή της μαγνητικής ροής που περιβάλλει το κύκλωμα αυτό, (φρ.) «ηλεκτρική / μαγνητική / ηλεκτρομαγνητική / αμοιβαία επαγωγή»,
- (νομ.) λήψη του αποτελέσματος μιας δικαστικής ενέργειας μέσω συμμετοχής σε αυτήν
- (μαθημ.) συμπέρασμα από ειδικότερες περιπτώσεις για γενικότερη
- (φιλοσ.) ή επαγωγικός λογισμός, και συχνά επαγωγική λογική, λειτουργία του ανθρώπινου λογισμού, σύμφωνα με την οποία οι υποθετικές προτάσεις ενός επιχειρήματος συνδράμουν στην εξαγωγή συμπεράσματος χωρίς όμως να το νομιμοποιούν.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπαγωγή [= 1. εισαγωγή, (αν)εφοδιασμός, 2. έλευση προς βοήθεια κάποιου, 3. έλξη, θέλγητρο, γοητεία], [για την 1η ερμ.] ο επιστ. όρος σημδ. από την αγγλ. induction.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαγωγή», σ. 281. https://navalhistory.gr/lexiko/επαγωγη/