εφαπτομένη
η, [ουσιαστικοποιημένο θηλ. της μτχ. εφαπτόμενος του ρ. εφάπτομαι]
- (γεωμ.) η ευθεία γραμμή η οποία έχει ένα κοινό σημείο με την περιφέρεια του κύκλου ή με μια οποιαδήποτε καμπύλη γραμμή, (φρ.) «εφαπτομένη κύκλου»,
- (μαθημ.) τριγωνομετρικός αριθμός γωνίας ο οποίος είναι ο λόγος του ημιτόνου προς το συνημίτονο, (φρ.) «εφαπτομένη γωνίας».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφαπτομένη», σ. 320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφαπτομενη/