εποστρακίζω
ρ.
- [μετβ.] ρίχνω όστρακα ή πλατιά βότσαλα στην επιφάνεια της θάλασσας με ορμή, έτσι ώστε αυτά ν’ αναπηδούν πολλές φορές πάνω σ’ αυτήν, κοινώς: «παίζω παξημαδάκια», συνών. αποστρακίζω [παθητική φωνή: αποστρακίζομαι = αλλάζω πορεία, αφού πρώτα χτυπήσω κάπου]
- [αμετβ.] (στρατ.) εποστρακίζομαι, [για βλήμα πυροβόλου όπλου] προσκρούω σε κάποια επιφάνεια και αναπηδώντας αλλάζω κατεύθυνση.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐποστρακίζω.
Παράγωγα
εποστρακισμός [= 1. θαλασσινό παιχνίδι με βότσαλο στην επιφάνεια του νερού, 2. αλλαγή κατεύθυνσης βλήματος], εποστράκισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποστρακίζω», σ. 304. https://navalhistory.gr/lexiko/εποστρακιζω/